πολυτίμητος

πολυτίμητος
η , ο [ος , ον ] высокочтимый, многоуважаемый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "πολυτίμητος" в других словарях:

  • πολυτίμητος — η, ο / πολυτίμητος, ον, θηλ. και ήτη, ΝΜΑ, δωρ. τ. πολυτίματος, ον, Α 1. αυτός στον οποίο αποδίδονται μεγάλες ή ιδιαίτερες τιμές, που τόν εκτιμούν ή τόν σέβονται πολύ («πολυτίμητος Ἀφροδίτη», Παρμ.) 2. πανάκριβος, βαρύτιμος, πολύτιμος. επίρρ...… …   Dictionary of Greek

  • πολυτίμητος — πολυτί̱μητος , πολυτίμητος highly honoured masc nom sg πολυτί̱μητος , πολυτίμητος highly honoured masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτίμητος — η, ο 1. αυτός που τον τιμούν πολύ, που τον εκτιμούν πολύ: Πολυτίμητο πρόσωπο. 2. πολύτιμος, βαρύτιμος, μεγάλης αξίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πολυτίμηθ' — πολυτί̱μητα , πολυτίμητος highly honoured neut nom/voc/acc pl πολυτί̱μητα , πολυτίμητος highly honoured neut nom/voc/acc pl πολυτί̱μητε , πολυτίμητος highly honoured masc voc sg πολυτί̱μητε , πολυτίμητος highly honoured masc/fem voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτίμητ' — πολυτί̱μητα , πολυτίμητος highly honoured neut nom/voc/acc pl πολυτί̱μητα , πολυτίμητος highly honoured neut nom/voc/acc pl πολυτί̱μητε , πολυτίμητος highly honoured masc voc sg πολυτί̱μητε , πολυτίμητος highly honoured masc/fem voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτιμήτω — πολυτῑμήτω , πολυτίμητος highly honoured masc/neut nom/voc/acc dual πολυτῑμήτω , πολυτίμητος highly honoured masc/neut gen sg (doric aeolic) πολυτῑμήτω , πολυτίμητος highly honoured masc/fem/neut nom/voc/acc dual πολυτῑμήτω , πολυτίμητος… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτίμητον — πολυτί̱μητον , πολυτίμητος highly honoured masc acc sg πολυτί̱μητον , πολυτίμητος highly honoured neut nom/voc/acc sg πολυτί̱μητον , πολυτίμητος highly honoured masc/fem acc sg πολυτί̱μητον , πολυτίμητος highly honoured neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτιμήτων — πολυτῑμήτων , πολυτίμητος highly honoured fem gen pl πολυτῑμήτων , πολυτίμητος highly honoured masc/neut gen pl πολυτῑμήτων , πολυτίμητος highly honoured masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτιμήτοις — πολυτῑμήτοις , πολυτίμητος highly honoured masc/neut dat pl πολυτῑμήτοις , πολυτίμητος highly honoured masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτιμήτου — πολυτῑμήτου , πολυτίμητος highly honoured masc/neut gen sg πολυτῑμήτου , πολυτίμητος highly honoured masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτιμήτους — πολυτῑμήτους , πολυτίμητος highly honoured masc acc pl πολυτῑμήτους , πολυτίμητος highly honoured masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»